έλκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | έλκος | τα | έλκη |
| γενική | του | έλκους | των | ελκών |
| αιτιατική | το | έλκος | τα | έλκη |
| κλητική | έλκος | έλκη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έλκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλκος[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁elḱ-os[2] (ἕλκος) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ulcère)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈel.kos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έλ‐κος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έλκος ουδέτερο
- (ιατρική) η πληγή στα τοιχώματα του στομάχου ή του δωδεκαδακτύλου
- ※ Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.
- Κωνσταντίνου Ευαγγελία, Μελέτη της επίδρασης μικρορευμάτων σε κυτταρικούς πληθυσμούς: μελέτη κυτταρικής μετανάστευσης και μοριακών μηχανισμών, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας και Ανοσολογίας, Πάτρα 2020, σελ. 74
- ※ Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
έλκος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ έλκος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)