Μετάβαση στο περιεχόμενο

στόμαχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στόμαχος οι στόμαχοι
      γενική του στομάχου των στομάχων
    αιτιατική τον στόμαχο τους στομάχους
     κλητική στόμαχε στόμαχοι
Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στόμαχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στόμαχος < στόμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *stomn̥ / *stomen- (στόμα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στόμαχος αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • πλύση στομάχου: (ιατρική) ιατρική πράξη κατά την οποία γίνεται αναρρόφηση όλου του περιεχόμενου του στομάχου, πχ σε περίπτωση κατάποσης τοξικού υγρού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική στόμαχος οἱ στόμαχοι
      γενική τοῦ στομάχου τῶν στομάχων
      δοτική τῷ στομάχ τοῖς στομάχοις
    αιτιατική τὸν στόμαχον τοὺς στομάχους
     κλητική ! στόμαχε στόμαχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στομάχω
γεν-δοτ τοῖν  στομάχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στόμαχος < στόμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stomn̥ / *stomen- (στόμα) + -χος < πιθανόν προελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στόμαχος αρσενικό

  1. (ανατομία)
    1. το άνοιγμα, η τρύπα του ανθρώπινου στόματος από τη βάση της γλώσσας μέχρι και το λάρυγγα
    2. ο λαιμός, ο φάρυγγας
    3. ο οισοφάγος
    4. το άνοιγμα της ουροδόχου κύστεως
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ ἀέρων ὑδάτων τόπων, (De aere, aquis, locis), 9, @scaife.perseus
    στόμαχος τῆς κύστιος
    5. ο λαιμός της μήτρας
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Γυναικεῖα, (De muliebribus), 1.18, @scaife.perseus
    δηχθεὶς γὰρ καὶ φλεγμήνας ὁ στόμαχος στεῤῥὸς ἔστιν ὅτε γίνεται.
  2. (μεταφορικά) οργή, δυσφορία