στόμαχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόμαχος στόμαχοι
γενική στομάχου στομάχων
αιτιατική στόμαχο στομάχους
κλητική στόμαχε στόμαχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στόμαχος < ελληνιστική κοινή στόμαχος < στόμαχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόμαχος αρσενικό

  1. (ανατομία) το στομάχι

Εκφράσεις[]

  • πλύση στομάχου: ιατρική πράξη κατά την οποία γίνεται αναρρόφηση όλου του περιεχόμενου του στομάχου, πχ σε περίπτωση κατάποσης τοξικού υγρού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόμαχος αρσενικό

  1. το άνοιγμα, η τρύπα του ανθρώπινου στόματος από τη βάση της γλώσσας μέχρι και το λάρυγγα