Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἕβρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἕβρος
      γενική τοῦ Ἕβρου
      δοτική τῷ Ἕβρ
    αιτιατική τὸν Ἕβρον
     κλητική ! Ἕβρε
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἕβρος < αρχαία ελληνική *Ebrus (πλατύς)[1] ή θρακική *ebros[2] (που πιτσιλά, που αφρίζει)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἕβρος αρσενικό

  1. ποταμός της Ελλάδας στη Θράκη, Έβρος
  2. ανδρικό όνομα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Vladimir I. Georgiev, Траките И Техният Език (Οι Θράκες και η γλώσσα τους), Изд-во на Българската академия на науките, 1977, σελ. 93.
  2. Ivan Vasiliev Duridanov, Die Sprache der Thraker (Η γλώσσα των θρακών)‎, εκδ. Hieronymus Verlag, 1985, σελ. 30-31.