Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἕκτωρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ἕκτωρ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ Ἕκτωρ
      γενική τοῦ Ἕκτορος
      δοτική τῷ Ἕκτορῐ
    αιτιατική τὸν Ἕκτορᾰ
     κλητική ὦ! Ἕκτορ
3η κλίση, Κατηγορία 'κτήτωρ' όπως «ἀλέκτωρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἕκτωρ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *Héktōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séǵʰtōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵʰ- + *-tōr. Συγχρονικά αναλύεται σε θέμα ἕκ- του ἔχω + -τωρ. Ταυτόσημο με το επίθετο ἕκτωρ (που κρατάει γερά), όπως και Ὀρέστης < ὀρέστης. Ομόρριζα: 𐀁𐀒𐀵 (e-ko-to) (Hektōr), ἔχω. Η ρίζα αρχικά σήμαινε «εξουδετερώνω, κρατώ υπό έλεγχο», και από εκεί «κρατώ» στην ελληνική[1] (σήμερα έχω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hé.ktɔːr/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : Ἕ‐κτωρ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἕκτωρ, -ορος αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) αρχηγός των Τρώων μαχητών στον Τρωικό πόλεμο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Ἕκτωρ (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: Ἕκτωρ
→ νέα ελληνικά: Ἕκτωρ, Ἕκτορας, Έκτωρ, Έκτορας

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Ἕκτωρ σελ. 399 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.