Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἡρακλείδης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἡρακλείδης < Ἡρακλῆς +‎ -ίδης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἡρακλείδης αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. ένας από τους Ηρακλείδες, τους απογόνους του Ηρακλή που εισέβαλαν στην Πελοπόννησο μαζί με τους Δωριείς τον 12ο αιώνα π.Χ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]