Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἰθάκη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Ῐθᾰκ-
ονομαστική ἡ Ἰθάκη αἱ Ἰθάκαι
      γενική τῆς Ἰθάκης τῶν Ἰθακῶν
      δοτική τῇ Ἰθάκῃ ταῖς Ἰθάκαις
    αιτιατική τὴν Ἰθάκην τὰς Ἰθάκᾱς
     κλητική ὦ! Ἰθάκη Ἰθάκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἰθάκᾱ
γεν-δοτ τοῖν  Ἰθάκαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἰθάκη < άγνωστης ετυμολογίας. Το πρώτο μέρος πιθανώς άμεσο δάνειο από τη φοινικική 𐤀𐤉 (ʾy /⁠ʾī⁠/, νησί) ή υποτιθέμενη φοινικική λέξη Utica (αποικία). Εναλλακτικά προελληνική λέξη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.tʰá.kɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : Ἰ‐θά‐κη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἰθάκη, -ης θηλυκό (ῐᾰ)

  1. Ιθάκη (πατρίδα τού Οδυσσέα)
  2. γυναικείο όνομα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Ἰθάκη (αρχαία ελληνικά)

⇒ νέα ελληνικά: Ιθάκη

Ἰθάκᾱ (αρχαία ελληνικά)

↷ λατινικά: Ithaca

Αναφορές

[επεξεργασία]