ὁμόφυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὁμόφυλος < ὁμός + φῦλον

Επίθετο[επεξεργασία]

ὁμόφυλος, ος, ον

  • τοῦ μὲν γὰρ ὁμόφυλος Ζεὺς μάρτυς: του μεν μάρτυρας ο δικός μας Δίας (Πλατ. Νόμοι, βιβλ. Η, 843α)
  • ἔτι δὲ οὐδὲ ἀλλότριον ἡγεῖται εἶναι ὁ Ἀθηναίων δῆμος τὸν Θηβαίων δῆμον οὔτε τῇ συγγενείᾳ οὔτε τῷ ὁμοφύλῳ. : οι Αθηναίοι δεν θεωρούν τους Θηβαίους ξένους ούτε ως προ την κοινή καταγωγή ούτε ως προς το έθνος (Δημοσθ. κατά Στεφ.186)

Αντώνυμα[επεξεργασία]