AWOL

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Από τα αρχικά “Absent Without Official Leave”

Open book 01.svg Συντομομορφή[επεξεργασία]

AWOL (en)

  1. (στρατιωτικός όρος) αδικαιολογήτως απών, που βρίσκεται σε λάθος τοποθεσία όμως χωρίς πρόθεση λιποταξίας
  2. (μεταφορικά) ξεστρατισμένος (απ'τον σκοπό του)· κατ' επέκταση: άτακτα/άσκοπα πλανώμενος