Anatolio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Anatolio < αρχαία ελληνική Ἀνατόλιος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Anatolio (it) αρσενικό (θηλυκό Anatolia)