Andronico

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Andronico < αρχαία ελληνική Ανδρόνικος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Andronico (it) αρσενικό (θηλυκό Andronica)