Folge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Folge (de) θηλυκό

  1. σειρά
  2. συνέπεια, επακόλουθο
  3. μέλος μιας σειράς, πχ τηλεοπτικό επεισόδιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: folgen