Hungarian

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
Hungarian Hungarians

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Hungarian < Hungary + -an

Επίθετο

[επεξεργασία]

Hungarian (en)

  1. ουγγρικός
    The Hungarian government: η ουγγρική κυβέρνηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Hungarian (en)

  1. (εθνικό όνομα) Ούγγρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Hungarian (en)

  1. (γλώσσα) τα ουγγρικά, η ουγγρική γλώσσα
    I speak Hungarian: μιλώ ουγγρικά