Kurve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kurve (de) θηλυκό

  1. καμπύλη
  2. καμπή
  3. στροφή