Möbelstück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Möbelstück < Möbel (έπιπλο, επίπλωση) + Stück (κομμάτι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Möbelstück (de) ουδέτερο

  1. το έπιπλο