Möbelstück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Möbelstück < Möbel (έπιπλο, επίπλωση) + Stück (κομμάτι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Möbelstück (de) ουδέτερο