Μετάβαση στο περιεχόμενο

Moment

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: moment

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Moment < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική momente < λατινική momentum [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈmɛnt/
 
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Moment die Momente
γενική des Moments
Momentes
der Momente
δοτική dem Moment
Momente
den Momenten
αιτιατική den Moment die Momente

Ουσιαστικό 1

[επεξεργασία]

Moment (de) αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Moment στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Moment die Momente
γενική des Moments
Momentes
der Momente
δοτική dem Moment
Momente
den Momenten
αιτιατική das Moment die Momente

Ουσιαστικό 2

[επεξεργασία]

Moment (de) ουδέτερο

  1. καθοριστικός παράγοντας ή γεγονός
    παράδειγμα Das war das entscheidende Moment, das ihn dazu inspirierte, ein Buch zu schreiben.
    Αυτή ήταν η καθοριστική στιγμή, που τον ενέπνευσε να γράψει ένα βιβλίο.
  2. (φυσική) η ροπή
     συνώνυμα: Drehmoment

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

Moment (de)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Moment - Duden online.
  2. Moment @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).