Moment
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Moment < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική momente < λατινική momentum [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Moment | die | Momente |
| γενική | des | Moments Momentes |
der | Momente |
| δοτική | dem | Moment Momente |
den | Momenten |
| αιτιατική | den | Moment | die | Momente |
Ουσιαστικό 1
[επεξεργασία]Moment (de) αρσενικό
- η στιγμή
Entschuldigung, ich kann Ihnen im Moment nicht helfen.
- Με συγχωρείτε, δε μπορώ να σας βοηθήσω αυτή τη στιγμή.
- ≈ συνώνυμα: Augenblick, Zeitpunkt
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- Moment mal! - περίμενε!
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Moment στη γερμανική Βικιπαίδεια

| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Moment | die | Momente |
| γενική | des | Moments Momentes |
der | Momente |
| δοτική | dem | Moment Momente |
den | Momenten |
| αιτιατική | das | Moment | die | Momente |
Ουσιαστικό 2
[επεξεργασία]Moment (de) ουδέτερο
- καθοριστικός παράγοντας ή γεγονός
Das war das entscheidende Moment, das ihn dazu inspirierte, ein Buch zu schreiben.
- Αυτή ήταν η καθοριστική στιγμή, που τον ενέπνευσε να γράψει ένα βιβλίο.
- (φυσική) η ροπή
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Επιφώνημα
[επεξεργασία]Moment (de)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Moment - Duden online.
- ↑ Moment @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Φυσική (γερμανικά)
- Επιφωνήματα (γερμανικά)