Nachtigall
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Nachtigall | die | Nachtigallen |
| γενική | der | Nachtigall | der | Nachtigallen |
| δοτική | der | Nachtigall | den | Nachtigallen |
| αιτιατική | die | Nachtigall | die | Nachtigallen |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Nachtigall (de) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη Nacht
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Nachtigall αρσενικό ή θηλυκό