Weltwirtschaft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Weltwirtschaft < Welt + Wirtschaft

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Weltwirtschaft (de) θηλυκό

  1. παγκόσμια οικονομία