abarbeiten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abarbeiten (de)

  1. δουλεύω για να ξεπληρώσω
  2. εξοφλώ, ξεπληρώνω

sich abarbeiten (de)

  1. σκοτώνομαι στη δουλειά