aboutissant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aboutissant < aboutir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aboutissant aboutissants

aboutissant (fr) αρσενικό

  1. (λόγιο) η κατάληξη μιας υπόθεσης
    • La civilisation au sein de laquelle nous vivons apparaît comme l’aboutissant final de l’effort humain. (Alfred Naquet ; « Vers l’union libre » -1908)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]