abseil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

abseil < γερμανική abseilen < ab- + Seil

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abseil (en)

  • κατεβαίνω (π.χ. μια πλαγιά) χρησιμοποιώντας ένα σκοινί δεμένο στο σώμα μου