Μετάβαση στο περιεχόμενο

abundi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abundi < abund- + -i
ρήμα abundi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας abundas abundanta abundata
αόριστος abundis abundinta abundita
μέλλοντας abundos abundonta abundota
υποθετική abundus - -
προστακτική abundu - -

abundi (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

abundi (io)