αφθονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφθονώ < άφθονος +

αφθονώ

  1. είμαι σε αφθονία, σε μεγάλη ποσότητα
     συνώνυμα: πλήθω
     αντώνυμα: ελλείπω
  2. έχω πληθώρα από κάτι
     συνώνυμα: βρίθω, γέμω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]