acaso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

acaso (pt)

  1. ίσως

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
acaso acasos

acaso (pt) αρσενικό

  1. η τύχη

Εκφράσεις[επεξεργασία]