aceitável

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

aceitável < απο το λατινικό acceptabĭlis

Επίθετο[επεξεργασία]

aceitável (pt) (πληθ. aceitáveis)

  1. αποδεκτός, κανονικός, που πληρεί τις προϋποθέσεις
  2. οριακά αποδεκτός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]