προϋπόθεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | προϋπόθεση | οι | προϋποθέσεις |
| γενική | της | προϋπόθεσης* | των | προϋποθέσεων |
| αιτιατική | την | προϋπόθεση | τις | προϋποθέσεις |
| κλητική | προϋπόθεση | προϋποθέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, προϋποθέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προϋπόθεση < προ + υποθέτω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾo.iˈpo.θe.si/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προϋπόθεση θηλυκό
- κάτι που πρέπει να έχει επιτευχθεί πριν επιτευχθεί κάτι άλλο, ο όρος
Προϋπόθεση πρόσληψης είναι η ολοκλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων.- ※ Ο κανονισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους μεταφορείς που διέθεταν κοινοτική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί από κράτος μέλος, να παρέχουν υπηρεσίες οδικών εμπορευματικών μεταφορών σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν σε προσωρινή βάση. (Διεθνείς οδικές μεταφορές και ενδομεταφορές, europarl.europa.eu, 03/2026 )
- ※ Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)