προϋπόθεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προϋπόθεση προϋποθέσεις
γενική προϋπόθεσης
& προϋποθέσεως
προϋποθέσεων
αιτιατική προϋπόθεση προϋποθέσεις
κλητική προϋπόθεση προϋποθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προϋπόθεση < προ + υποθέτω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.i.ˈpɔ.θɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προϋπόθεση θηλυκό

  1. κάτι που πρέπει να έχει επιτευχθεί πριν επιτευχθεί κάτι άλλο, ο όρος
    Προϋπόθεση πρόσληψης είναι η ολοκλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]