acolyte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

acolyte (en)

  • ακόλουθος, παραστάτης (συνήθως όχι νεωκόρος)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

acolyte 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
acolyte acolytes

acolyte (fr) αρσενικό