acquittal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʌ.kwɪt.əl/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

acquittal (en)

  1. αθώωση
  2. απαλλαγή