Μετάβαση στο περιεχόμενο

addressee

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
addressee addressees

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

addressee (en)