Μετάβαση στο περιεχόμενο

adhesion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

adhesion (en) (μη μετρήσιμο)

  • η πρόσφυση
    παράδειγμα  adhesion of paint to the painting - πρόσφυση των χρωμάτων στον πίνακα