Μετάβαση στο περιεχόμενο

agave

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agave agaves

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agave < αρχαία ελληνική Ἀγαυή < ἀγαυός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /əˈɡɑːveɪ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agave agaves

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agave < νεολατινική Agave < αρχαία ελληνική Ἀγαυή < ἀγαυός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɡav/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (fr) αρσενικό



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (da) κοινό



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
agave agaves

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agave < νεολατινική Agave < αρχαία ελληνική Ἀγαυή < ἀγαυός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈɡabe/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (es) αρσενικό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agave agavi

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agave < νεολατινική Agave < αρχαία ελληνική Ἀγαυή < ἀγαυός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (it) θηλυκό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agave < νεολατινική Agave < αρχαία ελληνική Ἀγαυή < ἀγαυός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɐˈɡa.vɨ/ (Πορτογαλία)
ΔΦΑ : /aˈɡa.vi/ (Βραζιλία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agave (pt) αρσενικό