αγαύη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Αγαύη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

αγαύη η αμερικάνικη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαύη θηλυκό

  1. (βοτανική) γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, γνωστά και ως αθάνατοι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]