Μετάβαση στο περιεχόμενο

agnostic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agnostic (en)

  1. ο αγνωστικιστής
  2. μη γνωρίζων, έχων αμφιβολιών, που εκφράζει αμφιβολία, αβέβαιος, πολιτικά/φιλοσοφικά/πιθανολογικά αγνωστικιστής