αγνωστικιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγνωστικιστής αγνωστικιστές
γενική αγνωστικιστή αγνωστικιστών
αιτιατική αγνωστικιστή αγνωστικιστές
κλητική αγνωστικιστή αγνωστικιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνωστικιστής < α- στερητικό + γνωστικ(ός) ( < γνώση) + -ιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγνωστικιστής αρσενικό, αγνωστικίστρια θηλυκό

  1. που ακολουθεί τη φιλοσοφική θεωρία του αγνωστικισμού, που πρεσβεύει ότι η έσχατη γνώση των όντων δεν είναι δυνατή
  2. που πιστεύει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του θεού
  3. ορθολογιστής ανοιχτός μα όχι βέβαιος και σε μεταφυσικές ερμηνείες

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ο άθεος αγνωστικιστής[1] δεν δηλώνει βέβαιος για τις συνθήκες της κοσμογονίας, αλλά σε αντίθεση με τον αγνωστικιστή απορρίπτει εντελώς κάθε μεταφυσική εκδοχή.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • ημιάθεος (μειωτικό) ο όρος δεν έχει κάποια σημασιολογική ισχύ, όμως χρησιμοποιείται μειωτικά για τον αγνωστικιστή όπως ο όρος ημιχριστιανός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]