αγνωστικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγνωστικισμός
γενική αγνωστικισμού
αιτιατική αγνωστικισμό
κλητική αγνωστικισμέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνωστικισμός < (η λέξη μαρτυρείται από το 1888) αγγλική agnosticism (λέξη δημιουργημένη από τον βιολόγο Τόμας Χάξλεϋ) < αρχαία ελληνική ἄγνωστος [1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγνωστικισμός αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. (φιλοσοφία) θεωρία σύμφωνα με την οποία το Απόλυτο (η απόλυτη γνώση για κάτι, συνήθως για καίρια ερωτήματα όπως την κοσμογονία και τους συμπαντικούς μηχανισμούς) δεν μπορεί να μελετηθεί αντικειμενικά

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.