αγνωστικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγνωστικισμός
γενική αγνωστικισμού
αιτιατική αγνωστικισμό
κλητική αγνωστικισμέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνωστικισμός < α- + γνωστικ(ός) ( < γνώση) + -ισμός (Από το άγγλικό agnosticism ή το γαλλικό agnosticisme)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγνωστικισμός αρσενικό μόνο στον ενικό

  • (φιλοσοφία) θεωρία σύμφωνα με την οποία το Απόλυτο (η απόλυτη γνώση για κάτι, συνήθως για καίρια ερωτήματα όπως την κοσμογονία και τους συμπαντικούς μηχανισμούς) δεν μπορεί να μελετηθεί αντικειμενικά
    • είτε λόγω εγγενούς μη συστημικής πληρότητας (βλέπε Kurt Gödel, και τελευταίες σελίδες του Cosmology: A Very Short Introduction: Peter Coles: ISBN 9780192854162)
    • είτε λόγω ανθρώπινης ανικανότητας ή ατεχνίας, πχ. ανθρωπικός σκεπτικισμός (σκεπτικισμός που εδραιώνεται στην ανθρώπινη ανικανότητα ή ατεχνία και όχι στην συστημική μη πληρότητα)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Λογίως λέμε (οι τάδε είναι) «διαφορετικές σχολές αγνωστικισμού» ενώ δημωδώς (οι τάδε είναι) «διαφορετικοί αγνωστικισμοί», όμως το τελευταίο αποφεύγεται.

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]