ail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ail < λατινική allium

Προφορά[επεξεργασία]

ail 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ail (fr) αρσενικό (πληθυντικός - )

Σύνθετα[επεξεργασία]