σκόρδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκόρδο σκόρδα
γενική σκόρδου σκόρδων
αιτιατική σκόρδο σκόρδα
κλητική σκόρδο σκόρδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκόρδο < αρχαία ελληνική σκόροδον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈskɔɾ.ðɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκόρδο ουδέτερο

2 κεφάλια (το ένα ολόκληρο) και 2 σκελίδες σκόρδου
  1. φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
  2. o βολβός του φυτού αυτού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική για την έντονη μυρωδιά του και τη χαρακτηριστική του καυστική γεύση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκόρδο! (ή σκόρδα! ή φτου, σκόρδο! ή φτου σκόρδα!) συνήθως ακολουθούμενο από τη φράση να μη σε ματιάσω: για να αποτραπεί η βασκανία σε περιπτώσεις μεγάλου θαυμασμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]