σκορδοστούμπι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σκορδοστούμπι | τα | σκορδοστούμπια |
| γενική | του | σκορδοστουμπιού | των | σκορδοστουμπιών |
| αιτιατική | το | σκορδοστούμπι | τα | σκορδοστούμπια |
| κλητική | σκορδοστούμπι | σκορδοστούμπια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκορδοστούμπι ουδέτερο
- (γαστρονομία) υγρό μείγμα από ξίδι και σκόρδο, που μπορεί να περιέχει και άλλα μυρωδικά, το οποίο χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα
- (γαστρονομία) φαγητό που περιέχει κρέας και σκόρδο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σκορδοστούμπι
|
|