alarmiste

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
alarmiste alarmistes

alarmiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κινδυνολόγος

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
alarmiste alarmistes

alarmiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κινδυνολόγος

{{συγγενικά}

  • δείτε τη λέξη alarme