Μετάβαση στο περιεχόμενο

alkohol

Από Βικιλεξικό

Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alkohol (hr) αρσενικό

  1. (χημεία) η αλκοόλη
  2. το οινόπνευμα, το αλκοόλ



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alkohol (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) η αλκοόλη
  2. το οινόπνευμα, το αλκοόλ



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alkohol (sr) αρσενικό



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alkohol (sk) αρσενικό

  1. (χημεία) η αλκοόλη
  2. το οινόπνευμα, το αλκοόλ
  • alkohol - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alkohol (cs) αρσενικό

  1. (χημεία) η αλκοόλη
  2. το οινόπνευμα, το αλκοόλ