αλκοόλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλκοόλη αλκοόλες
γενική αλκοόλης αλκοολών
αιτιατική αλκοόλη αλκοόλες
κλητική αλκοόλη αλκοόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλκοόλη < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλκοόλη θηλυκό

  1. (χημεία) οποιαδήποτε οργανική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα υδροξύλια ή υδροξυομάδες (-OH), συνδεμένα με άτομο άνθρακα και εφόσον το υδροξύλιο είναι η κύρια χαρακτηριστική ομάδα της ένωσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]