Μετάβαση στο περιεχόμενο

amarrer

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

amarrer (fr)

  1. (ναυτικός όρος) δένω ένα πλοίο στην όχθη, με σκοινιά για να μην απομακρυνθεί
  2. δένω με σκοινί, προσδένω

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • amarrer στο αγγλικό Βικιλεξικό (Ετυμολογία)