amulet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (en)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ãˈmulɛt/
ήχος 

Ετυμολογία [επεξεργασία]

amulet (pl) < λατινική amuletum

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (pl) αρσενικό



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (cs) αρσενικό