amulet

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (en)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ãˈmulɛt/
amulet 

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

amulet (pl) < λατινική amuletum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (pl) αρσενικό



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amulet (cs) αρσενικό

  1. το φυλαχτό