anestesista

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

anestesista (pt) < από το anestesiar

ενικός πληθυντικός
anestesista anestesistas

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

anestesista (pt) ( & anestesiador & anestesiologista)

  1. ο αναισθησιολόγος