αναισθησιολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναισθησιολόγος αναισθησιολόγοι
γενική αναισθησιολόγου αναισθησιολόγων
αιτιατική αναισθησιολόγο αναισθησιολόγους
κλητική αναισθησιολόγε αναισθησιολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναισθησιολόγος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναισθησιολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. γιατρός που, αφού εξετάσει έναν ασθενή, του χορηγεί αναισθητικό αμέσως πριν μια χειρουργική επέμβαση και τον παρακολουθεί διαρκώς μέχρι και το στάδιο της ανάνηψης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]