ανάνηψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάνηψη < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάνηψις < αρχαία ελληνική ἀνανήφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάνηψη θηλυκό

  • η ανάκτηση των αισθήσεων μετά από μια χειρουργική επέμβαση στην οποία ο ασθενής υποβλήθηκε σε νάρκωση
  • (με αρνητική ή ελαφρώς ειρωνική χροιά) η επιστροφή κάποιου σε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο ο οποίος θεωρείται επισήμως αποδεκτός ή από τον οποίο είχε αποχωρήσει


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]