νηφαλιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νηφαλιότητα οι νηφαλιότητες
      γενική της νηφαλιότητας των νηφαλιοτήτων
    αιτιατική τη νηφαλιότητα τις νηφαλιότητες
     κλητική νηφαλιότητα νηφαλιότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηφαλιότητα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νηφαλιότητα θηλυκό

  1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νηφάλιος, η έλλειψη μέθης, η διανοητική διαύγεια
    θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το θέμα με νηφαλιότητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]