μέθη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μέθυ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μέθη
γενική μέθης
αιτιατική μέθη
κλητική μέθη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέθη < αρχαία ελληνική μέθη < μέθυ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *médʰu (μέλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέθη θηλυκό

  1. έντονη ψυχική διέγερση, ευφορία, η οποία προκαλείται από την λήψη οινοπνεύματος ή άλλων ψυχοτρόπων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μεθύσι, πολυποσία
  2. (μεταφορικά) ψυχική διέγερση, ευφορία, που οφείλεται σε έντονα συναισθήματα
    η μέθη της νίκης, η ερωτική μέθη
  3. (ιατρική) μορφή ελαφράς νάρκωσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική μέθη μέθα μέθαι
Γενική μέθης μέθαιν μεθῶν
Δοτική μέθ μέθαιν μέθαις
Αιτιατική μέθην μέθα μέθας
Κλητική μέθη μέθα μέθαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέθη < μέθυ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *médʰu (μέλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέθη θηλυκό

  1. μέθη
  2. (μεταφορικά) ενθουσιασμός
  3. (πληθυντικός): μέθαι: συμπόσια