μέθη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μέθυ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η μέθη
      γενική της μέθης
    αιτιατική τη μέθη
     κλητική μέθη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέθη < αρχαία ελληνική μέθη < μέθυ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *médʰu (μέλι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέθη θηλυκό

  1. έντονη ψυχική διέγερση, ευφορία, η οποία προκαλείται από την λήψη οινοπνεύματος ή άλλων ψυχοτρόπων
     συνώνυμα: μεθύσι
  2. (μεταφορικά) ψυχική διέγερση, ευφορία, που οφείλεται σε έντονα συναισθήματα
    η μέθη της νίκης, η ερωτική μέθη
  3. (ιατρική) μορφή ελαφράς νάρκωσης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέθη μέθα μέθαι
Γενική μέθης μέθαιν μεθῶν
Δοτική μέθ μέθαιν μέθαις
Αιτιατική μέθην μέθα μέθας
Κλητική μέθη μέθα μέθαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέθη < μέθυ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *médʰu (μέλι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέθη θηλυκό

  1. μέθη
  2. (μεταφορικά) ενθουσιασμός
  3. (πληθυντικός): μέθαι: συμπόσια