antepassado

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

antepassado (pt) < απο το ρήμα antepassar

ενικός πληθυντικός
antepassado antepassados

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

antepassado (pt) θηλυκό antepassada

  1. ο πρόγονος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

antepassado (pt)

  1. ο προγονικός, ανιών