ανιών

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀνιών

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανιών ανιούσα ανιόν
γενική ανιόντος ανιούσας
ανιούσης
ανιόντος
αιτιατική ανιόντα ανιούσα ανιόν
κλητική ανιών ανιούσα ανιόν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανιόντες ανιούσες ανιόντα
γενική ανιόντων ανιουσών ανιόντων
αιτιατική ανιόντες ανιούσες ανιόντα
κλητική ανιόντες ανιούσες ανιόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανιών < αρχαία ελληνική ἀνιών, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἄνειμι < εἶμι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ascendant)(2. αγγλική anion < αρχαία ελληνική ἀνιόν (αντιδάνειο))

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανιών, ανιούσα, ανιόν

  1. (λόγιο) που ανεβαίνει
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (φυσική) ανιόν: ιόν με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που πάει προς την άνοδο κατά τη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
    αντώνυμα: κατιόν

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]