ascendant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ascendant < λατινική ascendens

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.sɑ̃.dɑ̃/

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ascendant ascendants
θηλυκό ascendante ascendantes

ascendant (fr) αρσενικό

 συνώνυμα: montant
 αντώνυμα: descendant

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ascendant ascendants

ascendant (fr) αρσενικό

 συνώνυμα: autorité, domination, empire, emprise, influence
 συνώνυμα: aïeul, ancêtre

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  ascension